
Η κυβέρνηση, μέσω των υψηλότερων κλιμακίων της, επιλέγει να προβάλλει μια εικόνα οικονομικής ευημερίας, υμνώντας τα μέτρα που έχουν ληφθεί και κάνοντας λόγο για σημαντικές επιτυχίες. Ωστόσο, αυτή η αισιοδοξία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν εκατομμύρια Έλληνες πολίτες. Τα νοικοκυριά, αντιμέτωπα με τον διαρκώς αυξανόμενο πληθωρισμό και την εκτίναξη του κόστους της ενέργειας και των βασικών αγαθών, νιώθουν την οικονομική πίεση να βαραίνει υπερβολικά τους προϋπολογισμούς τους. Η προσπάθεια να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανάγκες έχει μετατραπεί σε καθημερινό αγώνα, με την θυσία να γίνεται κανόνας και όχι εξαίρεση. Η διαφορά μεταξύ της κυβερνητικής ρητορικής και της βιωμένης εμπειρίας των πολιτών διευρύνεται, δημιουργώντας αισθήματα απογοήτευσης και αδικίας. Οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, βρίσκονται επίσης σε δυσχερή θέση.
Το αυξημένο λειτουργικό κόστος, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα της αγοράς και τις δυσκολίες στην πρόσβαση σε ρευστότητα, απειλούν την βιωσιμότητά τους. Πολλές από αυτές αναγκάζονται να αναβάλουν επενδύσεις, να μειώσουν την παραγωγή ή ακόμα και να προχωρήσουν σε μειώσεις προσωπικού, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την απασχόληση και την τοπική οικονομία. Ενώ οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούν για «ανθεκτικότητα» και «ανάπτυξη», η πραγματική εικόνα είναι αυτή των «ματωμένων» ισολογισμών και των αγχωμένων επιχειρηματιών που προσπαθούν να κρατήσουν την επιχείρησή τους ζωντανή σε ένα όλο και πιο ασταθές περιβάλλον. Η αντίληψη ότι οι «πανηγυρισμοί» δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα ενισχύεται. Ουσιαστικά, υπάρχει μια έντονη δυσαρμονία μεταξύ της εικόνας που προβάλλεται από κυβερνητικής πλευράς και της καθημερινότητας των πολιτών. Οι εξαγγελίες για οικονομική αριστεία, οι αισιόδοξες προβλέψεις και οι αναφορές σε επιτυχημένες πολιτικές, μοιάζουν σαν ένα «bonjour» που δεν εισακούεται, όταν η πραγματικότητα είναι οθόνη συνεχών δυσκολιών.
Η έλλειψη ουσιαστικών και αποτελεσματικών μέτρων ανακούφισης για τους πιο ευάλωτους, σε συνδυασμό με την αδυναμία αντιμετώπισης των δομικών προβλημάτων της οικονομίας, αφήνουν χιλιάδες ανθρώπους να νιώθουν εγκαταλελειμμένοι. Τα «πανηγύρια» για τα οικονομικά μεγέθη, όταν αυτά δεν μεταφράζονται σε βελτίωση της ποιότητας ζωής, καθίστανται πρόκληση και αμφισβήτηση. Ο κριτικός αναλυτής, αλλά και ο απλός πολίτης, καλείται να αναρωτηθεί πόσο ρεαλιστικά είναι τα αισιόδοξα μηνύματα. Ενώ η κυβέρνηση εστιάζει σε συγκεκριμένους δείκτες και σε αφηρημένες επιτυχίες, η κοινωνία βιώνει την αύξηση των χρεών, την μείωση της αγοραστικής δύναμης και την γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας για το μέλλον. Η δυσκολία στην εξισορρόπηση των δημοσιονομικών στόχων με την ανάγκη στήριξης των αδύναμων στρωμάτων της κοινωνίας είναι εμφανής. Η απόδοση των δημοσίων πόρων, η αποτελεσματικότητα των αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και η δίκαιη κατανομή των βαρών παραμένουν υπό διαρκή αμφισβήτηση, καθώς οι «πανηγυρισμοί» για την οικονομία έρχονται σε σύγκρουση με τον «αγώνα επιβίωσης» που δίνουν πολλοί.
Η κυβερνητική στρατηγική, όπως παρουσιάζεται, φαίνεται να αγνοεί ή τουλάχιστον να υποβαθμίζει τις σοβαρές επιπτώσεις που έχουν οι οικονομικές πολιτικές στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η επικοινωνιακή πολιτική, η οποία εστιάζει στην προβολή θετικών μηνυμάτων και στην αντίληψη της σταθερότητας, δεν επαρκεί για να καλύψει το χάσμα με την πραγματικότητα. Η ανάγκη για διαφάνεια, ειλικρίνεια και, κυρίως, για ουσιαστικές πολιτικές που θα αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα, είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Μέχρι τότε, οι «πανηγυρισμοί» θα μοιάζουν με φάρσα, ενώ η ελληνική κοινωνία θα συνεχίζει να «ματώνει» αναζητώντας ανακούφιση και ελπίδα.
