
Η κατάκτηση της ανεξάρτητης διαβίωσης για τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) δεν είναι πλέον πολυτέλεια, αλλά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και απαραίτητη προϋπόθεση για την πλήρη και ουσιαστική συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή. Για να γίνει αυτή η επιθυμητή πραγματικότητα, είναι επιτακτική ανάγκη να προχωρήσουμε σε έναν ολοκληρωμένο ανασχεδιασμό του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης. Ο υφιστάμενος μηχανισμός, συχνά, λειτουργεί παρωχημένα, εστιάζοντας στην αφαίρεση δικαιωμάτων και στην περιορισμένη αυτοδιάθεση, αντί να ενισχύει και να προωθεί την αυτονομία και την εκπλήρωση των δυνατοτήτων κάθε ατόμου. Η αναθεώρηση αυτή πρέπει να καθοδηγείται από τις αρχές της ενδυνάμωσης, της ισότιμης πρόσβασης, της υποστήριξης στις αποφάσεις και της αποδοχής της διαφορετικότητας, προτάσσοντας την αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση ως πυλώνες της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Αυτή η μεταρρυθμιστική προσπάθεια πρέπει να αφήσει πίσω για πάντα την πεπαλαιωμένη προσέγγιση που θεωρεί τα άτομα με αναπηρία ως παθητικούς δέκτες βοήθειας, παραβλέποντας την έμφυτη ικανότητά τους για λήψη αποφάσεων και αυτοκαθορισμό.
Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέπει στα ΑμεΑ να ορίζουν οι ίδιοι την πορεία της ζωής τους, να θέτουν προσωπικούς στόχους και να εργάζονται για την επίτευξή τους, με την απαραίτητη υποστήριξη. Η δικαστική συμπαράσταση, υπό τη νέα της μορφή, θα πρέπει να μετατραπεί από μέσο ελέγχου σε εργαλείο ενδυνάμωσης, εστιάζοντας στην παροχή εξατομικευμένων υπηρεσιών και στην ενεργό συμμετοχή των ίδιων των αναπήρων σε κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας. Μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε μια κοινωνία που θα συμπεριλαμβάνει πραγματικά όλους τους πολίτες της, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων συνθηκών τους. Η μετάβαση σε ένα μοντέλο ανεξάρτητης διαβίωσης απαιτεί την υιοθέτηση σύγχρονων μορφών υποστήριξης, όπως οι προσωπικοί βοηθοί, οι υπηρεσίες υποστηριζόμενης διαβίωσης και η προσβασιμότητα σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας.
Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης πρέπει να επανεξεταστεί από τη ρίζα, ώστε να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες των ατόμων με αναπηρία. Αυτό σημαίνει στροφή από την καθολική αφαίρεση της ικανότητας δικαιοπραξίας σε ένα σύστημα που θα εστιάζει στην παροχή βοήθειας για τη λήψη αποφάσεων, όπου αυτή κρίνεται απολύτως απαραίτητη, πάντα με τη σύμφωνη γνώμη και την ενεργό συμμετοχή του ατόμου. Η εστίαση δεν πρέπει να είναι στην αναπηρία, αλλά στις δυνατότητες και στη διατήρηση της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου. Αυτή η αναθεώρηση έχει ευρύτερες συνέπειες, καθώς εδραιώνει την αντίληψη ότι η αναπηρία δεν είναι πεπρωμένο, αλλά μια κοινωνική συνθήκη που μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με σεβασμό και ισότητα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ζωτικής σημασίας η διεύρυνση της δημόσιας συζήτησης και η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία.
Η δικαστική συμπαράσταση, όπως λειτουργεί σήμερα, συχνά παρεμποδίζει την αυτόνομη ζωή, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης και κοινωνικού αποκλεισμού. Η «επόμενη ημέρα» για την ανεξάρτητη διαβίωση των ΑμεΑ σημαίνει την υπέρβαση αυτών των εμποδίων, την επένδυση σε δομές υποστήριξης και την αλλαγή νοοτροπίας. Είναι μια πρόκληση που απαιτεί συνεργασία μεταξύ πολιτείας, φορέων, οικογενειών και, κυρίως, των ίδιων των ατόμων με αναπηρία, ώστε να οικοδομηθεί μια κοινωνία όπου ο καθένας θα έχει τη δυνατότητα να ζει με αυτοσεβασμό, ανεξαρτησία και ισότιμη συμμετοχή.
