
Στη δίνη των αποτρόπαιων πράξεων γυναικοκτονίας, ένα άλλο, συχνά αθέατο, θύμα υποφέρει σιωπηλά: τα παιδιά που αφήνουν πίσω τους αυτές οι τραγωδίες. Είναι τα ανήλικα που βλέπουν τις μητέρες τους να ξεψυχούν, που βιώνουν τον τρόμο και την απόλυτη απώλεια σε ηλικία που θα έπρεπε να χαίρονται την παιδική αθωότητα. Η ερώτηση που πλανάται, πικρή και αμείλικτη, είναι: ποια ουσιαστική πρόνοια υπάρχει για την τύχη αυτών των παιδιών; Η μοίρα τους κρέμεται από μια κλωστή, σε ένα κενό όπου η κρατική μέριμνα μοιάζει ανύπαρκτη ή ανεπαρκής, αφήνοντάς τα εκτεθειμένα σε ένα μέλλον γεμάτο ανασφάλεια και ψυχολογικά τραύματα που δύσκολα επουλώνονται. Η σιωπή γύρω από την τύχη τους είναι σχεδόν τόσο βουβή όσο και ο πόνος τους. Η φράση «Να ρωτήσουμε το κοριτσάκι της Καρολάιν;
Τα παιδάκια της Κωνσταντίνας; Το παιδάκι της Ερατούς; Αυτά γνωρίζουν καλύτερα από όλους μας τι σημαίνει γυναικοκτονία» δεν είναι απλώς μια ρητορική άσκηση. Είναι η σκληρή αλήθεια που αποτυπώνει την πραγματικότητα. Αυτά τα παιδιά, που βίωσαν την ακραία βία, φέρουν στις ψυχές τους σημάδια ανείπωτα. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί εξειδικευμένη υποστήριξη, ψυχολογική καθοδήγηση και ένα ασφαλές περιβάλλον που θα τους επιτρέψει, εάν είναι δυνατόν, να ανακάμψουν. Η απουσία ενός ολοκληρωμένου και αποτελεσματικού πλαισίου παρέμβασης, που θα καλύπτει την επείγουσα και μακροχρόνια φροντίδα τους, αποτελεί μείζον κοινωνικό και ηθικό ζήτημα, που μέχρι στιγμής δεν έχει αντιμετωπιστεί με την αρμόζουσα σοβαρότητα και βαρύτητα από την πολιτεία και τους αρμόδιους φορείς. Το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο που αφορά τα παιδιά θύματα γυναικοκτονίας χρήζει άμεσης αναθεώρησης και ενίσχυσης.
Πέρα από την απλή επιμέλεια, τα παιδιά αυτά χρειάζονται εντατική ψυχολογική υποστήριξη για να διαχειριστούν το τραύμα, τον θυμό, την απώλεια και τον φόβο. Χρειάζονται σταθερότητα, αγάπη και ασφάλεια, παράγοντες που το κράτος οφείλει να διασφαλίσει πέραν κάθε αμφιβολίας. Η δημιουργία ειδικών μονάδων υποστήριξης, η εκπαίδευση επαγγελματιών ψυχικής υγείας και κοινωνικών λειτουργών, καθώς και η απλοποίηση των διαδικασιών για την εξασφάλιση δίχτυ ασφαλείας, είναι επιτακτικές ανάγκες. Η αδιαφορία ή η γραφειοκρατική αγκύλωση ισοδυναμεί με συνενοχή στην εγκατάλειψή τους, αφήνοντάς τα έρμαια της τύχης και των προσωπικών τους δαιμόνων. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες και οι προθέσεις, όσο ευγενείς κι αν είναι, πρέπει να μεταφραστούν σε συγκεκριμένες, μετρήσιμες δράσεις. Η δημιουργία ενός εθνικού μηχανισμού συντονισμού για την προστασία και υποστήριξη των παιδιών που πλήττονται από φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας και ειδικότερα γυναικοκτονίας, είναι ζωτικής σημασίας.
Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να περιλαμβάνει την παροχή άμεσης ψυχολογικής υποστήριξης, τη διασφάλιση της στέγασης, την ιατρική και νομική αρωγή, καθώς και τη μακροπρόθεσμη κοινωνική επανένταξη. Είναι καθήκον μας να μην αφήσουμε αυτά τα παιδιά να ακολουθήσουν τα βήματα των μητέρων τους, αλλά να τους προσφέρουμε κάθε δυνατή ευκαιρία για ένα καλύτερο και ελπιδοφόρο μέλλον, ανεξάρτητο από την τραγωδία που βίωσαν.
