
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά της για την επικρατούσα αντίληψη στην Ελλάδα, σύμφωνα με την οποία η αντιμετώπιση της παρανομίας επιτρέπει στους παραβάτες να αισθάνονται ατιμώρητοι, εφόσον πληρούν κάποιες τυπικές προϋποθέσεις. “Στην Ελλάδα, αν κάνεις κάποια παρανομία, αν κλέψεις χρήματα, τα πληρώνεις και είσαι ελεύθερος. Για μας αυτό ήταν ένα σοκ”, δήλωσε η κα Κοβέσι, υπογραμμίζοντας την απογοήτευσή της για την απάθεια που παρατηρείται απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις. Η τοποθέτησή της αυτή αναδεικνύει την άμεση ανάγκη για μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας και για την ενίσχυση των μηχανισμών που διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή του νόμου, ανεξάρτητα από την οικονομική ή κοινωνική θέση του καθενός. Η αίσθηση ότι οι παραβάσεις, ιδίως οι οικονομικού χαρακτήρα, μπορούν να “διακανονιστούν” εύκολα, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και δημιουργεί ένα περιβάλλον ατιμωρησίας.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, με τις δηλώσεις της, έριξε φως σε μια διαχρονική πληγή της ελληνικής κοινωνίας: την αντίληψη ότι οι ποινές για αδικήματα, ιδίως για οικονομικής φύσεως εγκλήματα, είναι συχνά επιεικείς και δεν αποτρέπουν αποτελεσματικά τη διάπραξή τους. Η φράση “έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα” αποτελεί, κατά την ίδια, έκφραση μιας νοοτροπίας που αποδέχεται την παρανομία ως κάτι αναπόφευκτο ή διαχειρίσιμο, παρά ως μια κατάσταση που πρέπει να εκριζωθεί. Η Κοβέσι, με την ιδιότητά της ως επικεφαλής ενός θεσμού που έχει ως αποστολή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα για την ανάγκη αυστηρότερων και αποτελεσματικότερων μέτρων καταπολέμησης της διαφθοράς και της απάτης. Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της ευρωπαϊκής αντίληψης και των εγχώριων πρακτικών, όπως προκύπτει από την περιγραφή της, είναι ανησυχητική για τη συνολική πρόοδο και την αξιοπιστία της χώρας.
Η δήλωση της κας Κοβέσι δεν αποτελεί μόνο μια ένδειξη της δικής της απορίας ή απογοήτευσης, αλλά και μια έμμεση κριτική στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης και στην κοινωνική ανοχή απέναντι σε φαινόμενα που θεωρούνται εθνικά χαρακτηριστικά. Όταν οι πολίτες, ή και οι αρμόδιοι θεσμοί, υιοθετούν τη στάση “έτσι είναι κι έτσι πρέπει να είναι”, τότε ουσιαστικά παραδίδονται άνευ όρων σε μια κατάσταση που επιτρέπει τη διαιώνιση του προβλήματος. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μέσω των ερευνών και των παρεμβάσεών της, επιδιώκει να θέσει φραγμούς σε δράσεις που ζημιώνουν το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον, και η ρητή επισήμανση της Κοβέσι αποσκοπεί στο να ξυπνήσει τις συνειδήσεις και να προκαλέσει την αναγκαία επαγρύπνηση. Η προσπάθεια απόδοσης ευθυνών και η επιβολή ίσων όρων δικαίου είναι θεμελιώδεις αρχές για την εύρυθμη λειτουργία κάθε σύγχρονου κράτους, πόσο μάλλον ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάλυση της Λάουρα Κοβέσι εμβαθύνει στην παραδοχή ευθυνών και την αποδοχή των αποτελεσμάτων, ακόμη και αν αυτά είναι αρνητικά. Όταν η παρανομία, και συγκεκριμένα η κλοπή χρημάτων, αντιμετωπίζεται ως μια συναλλαγή – “τα πληρώνεις και είσαι ελεύθερος” – αφαιρείται η ηθική διάσταση από την πράξη και την αντικαθιστά η οικονομική. Αυτή η αποσύνδεση από το ηθικό σκέλος του εγκλήματος είναι που προκαλεί “σοκ” στους ξένους παρατηρητές και σε όσους λειτουργούν με βάση την αμετάβλητη εφαρμογή των αρχών δικαίου. Η κα Κοβέσι, ως εκπρόσωπος μιας εισαγγελικής αρχής, επενδύει στη δύναμη της δικαιοσύνης να επιβάλλει την τάξη και να αποκαθιστά την αδικία, και όχι στην απλή διαχείριση των συνεπειών. Η έκκλησή της για αλλαγή αυτής της νοοτροπίας είναι ουσιαστικά μια έκκληση για ενίσχυση του κράτους δικαίου και της έννομης τάξης, θεμελιώδεις πυλώνες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
