
Οι πρόσφατες πασχαλινές μετακινήσεις σημαδεύτηκαν από ένα άνευ προηγουμένου χάος, το οποίο αποδίδεται σε μια σειρά από αχρείαστες και ακατανόητες ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν ξαφνικά. Η έλλειψη επικοινωνίας και ο απρόσμενος χαρακτήρας των αλλαγών προκάλεσαν σοβαρές καθυστερήσεις, ταλαιπωρία στους οδηγούς και αίσθημα απογοήτευσης, ειδικά σε μια περίοδο που οι πολίτες επιθυμούν άνετες και απρόσκοπτες μετακινήσεις. Οι κυβερνητικές επιλογές, αντί να διευκολύνουν, φάνηκε να δημιουργούν επιπλέον εμπόδια, θέτοντας εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού και της υλοποίησής τους. Το ζήτημα, όμως, αποκτά μεγαλύτερη διάσταση όταν αποκαλύπτεται το οικονομικό σκέλος, στρέφοντας την προσοχή σε συμφωνίες που δρομολογούνται παράλληλα με την επαναλειτουργία των σηράγγων. Πέρα από την αναστάτωση της καθημερινότητας, η πραγματική ουσία του προβλήματος βρίσκεται στις οικονομικές παραμέτρους που περιβάλλουν την επαναλειτουργία των σηράγγων.
Φαίνεται πως, παρά την αναστάτωση που βιώνει ο απλός πολίτης, υπάρχουν συμφωνίες που ευνοούν συγκεκριμένους ιδιωτικούς φορείς. Οι νέες ρυθμίσεις, οι οποίες δεν είναι σαφές πώς και γιατί επιβλήθηκαν, εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τα συμφέροντα ενός παραχωρησιούχου. Αυτός ο τελευταίος, με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες, αναμένεται να λάβει ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό, που αγγίζει τα 350 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό το ποσό, που προκύπτει από την εμπορευματοποίηση της χρήσης των σηράγγων, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αναλογικότητα, τη διαφάνεια και την ενδεχόμενη υπερβολή στις δαπάνες που επιβαρύνουν, έμμεσα, όλους τους πολίτες. Η επιβάρυνση του πολίτη, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση ταλαιπωρία της κίνησης. Η ουσιαστική ανησυχία εστιάζεται στο πώς οι αποφάσεις αυτές μεταφράζονται σε οικονομικό κόστος που καλείται να καλύψει ο φορολογούμενος ή ο χρήστης.
Η παραχώρηση δημόσιων υποδομών σε ιδιωτικά συμφέροντα, ειδικά με όρους που μοιάζουν υπερβολικά ευνοϊκοί, εγείρει ζητήματα δικαιοσύνης και σκοπιμότητας. Το γεγονός ότι ένας παραχωρησιούχος μπορεί να καρπωθεί έως και 350 εκατομμύρια ευρώ, ενώ παράλληλα οι πολίτες αντιμετωπίζουν απρόβλεπτες αλλαγές και πιθανώς αυξημένα τέλη, δημιουργεί ένα δυσμενές περιβάλλον. Ο δημόσιος χαρακτήρας των μεταφορών και των υποδομών θα πρέπει να διασφαλίζεται, προστατεύοντας το δημόσιο συμφέρον από συμφωνίες που ενδεχομένως το υπονομεύουν. Οι κυβερνητικές επιλογές, στην παρούσα συγκυρία, μοιάζουν να έχουν ως προτεραιότητα τη διασφάλιση οικονομικών οφελών για ιδιωτικούς φορείς, παρά την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου. Η επαναδειοδότηση των σηράγγων, αντί να αποτελεί μια ευκαιρία για βελτίωση των υποδομών και αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τους πολίτες, εξελίσσεται σε ένα πεδίο οικονομικών συναλλαγών για συγκεκριμένους παίκτες.
Το ποσό των 350 εκατομμυρίων ευρώ που αναμένεται να εισπράξει ο παραχωρησιούχος λειτουργεί ως δείκτης αυτής της προσέγγισης. Απαιτείται, επομένως, βαθύτερη ανάλυση των συμβάσεων, μεγαλύτερη διαφάνεια στις αποφάσεις και, κυρίως, επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων, ώστε οι δημόσιες υποδομές να εξυπηρετούν πραγματικά την κοινωνία και όχι κατ’ επανάληψη τα ιδιωτικά συμφέροντα.
