
Η κοινωνική ασφάλιση, θεσμός θεμελιώδους σημασίας για την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ασφάλεια των πολιτών, φαίνεται να έχει χάσει τον αρχικό της προσανατολισμό, μετατρεπόμενη σε έναν δυσλειτουργικό μηχανισμό που ενισχύει την αναδιανομή της φτώχειας. Οι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές, που έφεραν την υπογραφή των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας, έχουν αφήσει ως κληρονομιά ένα άκρως ανησυχητικό φαινόμενο: ένα χάσμα της τάξης του 51,4% μεταξύ των χορηγούμενων συντάξεων και των μισθών που εισπράττουν οι εν ενεργεία εργαζόμενοι. Αυτή η δυσθεώρητη διαφορά υποδηλώνει μια ριζική αποσύνδεση μεταξύ της αξίας της εργασίας κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής και της μελλοντικής ανταμοιβής που παρέχεται μετά τη συνταξιοδότηση, πλήττοντας καίρια την αγοραστική δύναμη και την ποιότητα ζωής των συνταξιούχων. Η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς μια στατιστική ανακολουθία, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώνει την καθημερινότητα χιλιάδων οικογενειών, αναγκάζοντάς τες να αντιμετωπίζουν αυξημένες δυσκολίες και αβεβαιότητα για το μέλλον.
Οι αιτίες πίσω από αυτή τη διεύρυνση της ψαλίδας είναι πολυπαραγοντικές και άρρηκτα συνδεδεμένες με τις πολιτικές επιλογές που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια. Η φιλοσοφία των νόμων που στόχευαν στην εξορθολογικοποίηση των δαπανών, όπως αυτά που εφαρμόστηκαν υπό τους υπουργούς Κατρούγκαλο και Βρούτση, φαίνεται να μην πέτυχε τον αρχικό της σκοπό. Αντιθέτως, η εφαρμογή τους οδήγησε σε σημαντικές μειώσεις των συντάξεων, την ίδια στιγμή που οι μισθοί, αν και παρουσίασαν κάποια αύξηση σε ονομαστικούς όρους, δεν κατάφεραν να καλύψουν το κενό που δημιουργήθηκε. Αυτή η άνιση εξέλιξη των δύο μεγεθών έχει ως αποτέλεσμα οι συνταξιούχοι να λαμβάνουν ποσά που απέχουν δραματικά από όσα εισέπρατταν οι νεότεροι εργαζόμενοι, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Η έλλειψη ουσιαστικής μεταρρύθμισης που θα οδηγούσε σε μια δίκαιη και βιώσιμη αναδιανομή των πόρων επιτείνει την αίσθηση αδικίας και αμφισβήτησης της χρησιμότητας του συστήματος.
Το επικρατούν σενάριο, όπου η κοινωνική ασφάλιση λειτουργεί περισσότερο ως «μηχανισμός αναδιανομής της φτώχειας» παρά ως πυλώνας σταθερότητας και προστασίας, προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για την κοινωνική συνοχή. Όταν ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, που έχει προσφέρει στην παραγωγική διαδικασία της χώρας για δεκαετίες, αισθάνεται ότι δεν λαμβάνει την δίκαιη ανταμοιβή, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κλονίζεται. Η επίτευξη ενός χάσματος 51,4% υποδεικνύει ότι οι παρεμβάσεις που έγιναν δεν αντιμετώπισαν τις βαθύτερες αιτίες της δυσλειτουργίας, αλλά εστίασαν σε αποσπασματικές λύσεις που επιδείνωσαν την κατάσταση. Πολλές οικογένειες, ιδίως αυτές που βασίζονται σε χαμηλές συντάξεις, καλούνται να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο κόστος ζωής με εισοδήματα που υπολείπονται σημαντικά από αυτά που αντιστοιχούν σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Η συνεχιζόμενη αυτή πρακτική δημιουργεί ένα αίσθημα εγκατάλειψης και αδικίας, υποσκάπτοντας την κοινωνική ειρήνη.
Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ συντάξεων και μισθών δεν είναι ένα στατικό μέγεθος, αλλά μια δυναμική εξέλιξη που απαιτεί άμεση και ουσιαστική αντιμετώπιση. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, παρότι ενδεχομένως είχαν ως στόχο την δημοσιονομική ισορροπία, είχαν ως παράπλευρη συνέπεια την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των συνταξιούχων. Ενώ οι μισθοί, σε κάποιες περιπτώσεις, έχουν παρουσιάσει μια θετική πορεία, οι συντάξεις είτε έχουν παραμείνει στάσιμες είτε έχουν μειωθεί, διευρύνοντας την ψαλίδα. Το 51,4% αυτό είναι μια ισχυρή ένδειξη ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα, καθώς αφήνει πίσω ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, τους μεγαλύτερους σε ηλικία πολίτες, οι οποίοι αποτελούν και τους πιο ευάλωτους. Η ανάγκη για επαναξιολόγηση των εργαλείων αναδιανομής και για τη θέσπιση νέων πολιτικών που θα αποκαταστήσουν την ισορροπία, είναι πλέον επιτακτική, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω κοινωνική αποδυνάμωση και να διασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές μέλλον για όλους.
